Ο άνθρωπος είναι πλάσμα και μέρος της φύσης, μέσα στην οποίαν υπάρχει, αυτοαναγνωρίζεται και από την οποίαν αυτοκαθορίζεται. Φαίνεται, λοιπόν, να υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός, αφού ο άνθρωπος εναρμονίζεται με αυτήν, ενώ λυτρώνεται μέσα της την ίδια στιγμή. Μόνη διέξοδος προς την εντελέχεια του ανθρώπου προκύπτει από τη σχέση του με τη φύση.
Τα έργα της Μαριάννας Κατσουλίδη αποπνέουν νοσταλγία για ένα παρελθόν αλλοτριωμένο στον χρόνο. Οι στιγμές στους πίνακές της μοιάζουν απολιθωμένες, πετρωμένες, που παραπέμπουν σε χαμένες, «μαγικές», ιδεατές καταστάσεις. Έτσι, λοιπόν, ατενίζοντας αυτούς τους υπαινιγμούς ζωής στα έργα της και, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι μορφές και οι καταστάσεις που διαδραματίζονται μοιάζουν απαγκιστρωμένες από τον χωροχρόνο, δυνητικά μεταφερόμαστε στον μαγικό ρεαλισμό του René Magritte και του Paul Delvaux. Αυτό επιτείνεται, βέβαια, από την έλλειψη τοπίου στο βάθος του πίνακα. Οι παραστάσεις αυτές, που παραπέμπουν στη χαμένη αθωότητα και εξαγνίζονται στη διάφανη αγνότητα, χαρακτηρίζονται, όπως προαναφέρθηκε, από έναν αναδομημένο, ίσως μαγικό, ρεαλισμό• αυτός εντείνεται με τη νωχέλεια, η οποία διαπνέει αμυδρά τις μορφές, δημιουργώντας νεφελώδη και ταυτόχρονα ονειρική ατμόσφαιρα.
Με πρώτη ματιά, οι πίνακες μοιάζουν μονόπλευροι, αλλά ουσιαστικά γίνονται, με έναν ιδιάζοντα τρόπο, μυσταγωγικοί, αναδίδοντας ένα κλυδωνιζόμενο συναίσθημα, που πάλλεται στον μανδύα της αβρότητας και στις χαμένες αξίες ―κατ' επέκταση, στην ίδια την αθωότητα, προσωποποιημένη στις μορφές.
Εν τέλει, ο τίτλος της έκθεσης «Αθωότητα - Επανεκκίνηση» έγκειται σε κάτι ενδόμυχο. Η ζωγράφος ερευνά το βαθύτερο είναι, την πρωταρχική, την αρχέγονη μορφή των φυσικών στοιχείων. Ψάχνει το πρωτογενές στοιχείο, το οποίο στη σημερινή κοινωνία έχει εξαλειφθεί ολοσχερώς, και το αποδίδει εύγλωττα στη ζωγραφική της, σε μιαν αλληλουχία, στον κύκλο της ζωής.
Οι μορφές, κυβιστικές αλλά και με εξπρεσιονιστικές προεκτάσεις, παραπέμπουν ορισμένες φορές, σε εκείνες του Franz Marc. Επίσης, μας μεταφέρει στην ίδια περιρρέουσα ατμόσφαιρα νωχέλειας και στωικότητας της γαλάζιας περιόδου του Pablo Picasso, και συγκεκριμένα στον πίνακά του Παιδί με άλογο. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί περιορίζονται σε αποχρώσεις και προσμείξεις του άσπρου και του μαύρου (με ελαφρά ψήγματα κόκκινου σε έναν πίνακά της), με ύπαρξη φωτοσκίασης, τονίζοντας την απολίθωση, τη χαμένη πτυχή της ζωής, όπου πλέον είναι ορατή η έλευση του χρόνου, η οποία στα μάτια του εγκλωβισμένου στον κοινωνικό ιστό σύγχρονου θεατή φαντάζει τόσο ιδεαλιστική και μακρινή. Η επιρροή της χαρακτικής είναι εμφανής στα έργα της, καθώς το σχέδιο θυμίζει αρκετά την τέχνη της ξυλογραφίας. Φανερή, ακόμη, είναι και η μίμηση πλέγματος (ράστερ) στους πίνακές της, ενδεχομένως επίδραση από τη γνώση της των γραφικών τεχνών.
Στα έργα της ελλοχεύουν η ειλικρίνεια και η ενάργεια, που απογυμνώνουν τις μορφές από κάθε τυχόν εξωγενή πρόσθεση και συμβατικότητα. Οι καταστάσεις, τα ζώα, οι άνθρωποι, το στοιχείο της φύσης, παρουσιάζονται όπως ακριβώς είναι, με κινητήρια δύναμη την καθαρότητα, όμως με τάσεις αλληγορικές, δηλαδή ζωομορφικού συμβολισμού. Άνθρωποι και ζώα από το ίδιο υλικό συνυπάρχουν, ενορχηστρώνονται στην αέναη κίνηση της φύσης και ενσωματώνονται στην κοσμική μέθεξη.

Έλενα Στάικου
Ιστορικός Τέχνης