Μεγαλωμένη σ' ένα εκλεπτυσμένο και δημιουργικό περιβάλλον, κόρη του Τάκη Κατσουλίδη, ενός εξαιρετικού χαράκτη και σημαντικού ζωγράφου και της Σόνιας Ιερωνυμίδη-Κατσουλίδη, γραφίστριας, διδάσκουσας στο Τ.Ε.Ι. Αθηνών, η Μαριάννα βρήκε πρόσφορο έδαφος να καλλιεργήσει και να ξεδιπλώσει το ταλέντο της. Ξεκίνησε δυναμικά το 2006 με τις Ανιχνευτικές Οδοιπορίες. Η Μαριάννα Κατσουλίδη δημιουργεί ένα δικό της προσωπικό ιδίωμα και εκφράζεται μέσα από την έκρηξη των χρωμάτων. «Κολορίστα», βαθιά επηρεασμένη από τον Μάρκ Σαγκάλ, γεγονός που την ακολουθεί σε όλες τις δουλειές της, παραμένει κοντά στην αισθητήρια εμπειρία που βρίσκεται δίπλα σε εκείνη της ψυχής. Κινεί τις εικόνες της σε μια φανταστική σκηνή, όπως ένας σκηνοθέτης θα τοποθετούσε και θα κινούσε τους ηθοποιούς του.
Αποτυπώνει αφενός μια εμπειρία εσωτερικής καταγραφής των δικών της συναισθημάτων, αλλά αφετέρου εντρυφεί στις συμπεριφορές και τα διαφορετικά στάδια του ζωικού βασιλείου και της άγριας φύσης, αντλώντας πληροφορίες από την ανίχνευση της ζωής των ατίθασων αιγών στα υψόμετρα του Μεσσηνιακού Ταϋγέτου. Η φύση και τα ζώα αποδίδονται μέσα από το πρίσμα των προσωπικών της διεργασιών, του υποσυνειδήτου, της μνήμης αλλά και της αντικειμενικής της καταγραφής. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι η μόνη δουλειά της, χωρίς την ύπαρξη ανθρώπινου στοιχείου.
Η Μαριάννα μελετά από κοντά την κοινωνική δομή και την ιεραρχία των αιγών, ώστε να τα αποτυπώσει. Προχωρά σε έρευνα πεδίου, οδοιπορεί για ημέρες στα κρησφύγετα. Την συναρπάζει η σοφία της φύσης, η ομορφιά της, η ζωή των αιγών. Μέσω της βιωματικής επαφής, μελετά το υλικό και δημιουργεί τα σκίτσα από video. Η δουλειά αυτή διαπνέεται από έναν έντονο δυναμισμό της φόρμας και αποδίδει άριστα την αίσθηση της ελευθερίας, τις εντάσεις και τις υφέσεις.
Τα χρώματα που επιλέγει να χρησιμοποιήσει δεν είναι καθόλου ρεαλιστικά. Δουλεύει κυρίως το κόκκινο στον σχεδιασμό των ζώων. Το χρώμα αυτό είναι εξ' ορισμού έντονο και εξωστρεφές, ενώ παραπέμπει στην ίδια την ζωή και στην δυναμική της φύσης.
Η Κατσουλίδη τοποθετεί σύμβολα και αλληγορίες στα έργα της. Τα πρόσωπα των ζώων θυμίζουν αρχετυπικές μάσκες, 150 χρόνια πρίν από την εμφάνιση του Αισχύλου στην αρχαία Ελλάδα, οι χορευτές του Διθυράμβου για να αποδείξουν την λατρεία τους στον θεό Διόνυσο, μεταμορφώνονταν σε σάτυρους, οι οποίοι έμοιαζαν με τράγους. Από τους τραγόμορφους αυτούς σάτυρους προήλθε το όνομα τραγωδία, δηλαδή τράγων ωδή.
Οι συνθέσεις ολοκληρώνονται με γεωμετρικά σχέδια, που σχηματίζουν δίνες χρώματος, οι φόρμες συνεπώς προκύπτουν μέσα από το χρώμα. Σχήματα και χρώματα αλληλοδιαπλέκονται, αναπτύσσοντας μια έντονη διαλεκτική. Τα ρεαλιστικά στοιχεία, ενδυναμώνονται από την εξπρεσιονιστική της γραφή, η οποία δεν εξαργυρώνεται μόνο στις χρωματικές εκρήξεις, αλλά αποδίδει και την εσωτερική ατμόσφαιρα του θέματος.

Το 2007 παρουσιάζει την δεύτερη ατομική της έκθεση με τον τίτλο "ΧΑΠΙ END", συνεχίζοντας έτσι την δημιουργική της πορεία.
Η Κατσουλίδη εκφράζεται στο φάσμα ενός έντονου εξπρεσιονισμού και σε αυτή την δουλειά της. Οι επιλογές των ανθρώπινων μορφών που συμμετέχουν είναι καθαρά συναισθηματικές. Ο μορφικός εξπρεσιονισμός αποκαλύπτει την συναισθηματική διαβάθμιση, την ψυχική εκφραστικότητα. Έτσι το ανθρώπινο πρόσωπο του πόνου παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Η Κατσουλίδη κάνει τις συγκεκριμένες επιλογές με κινητήριο δύναμη το συναίσθημα που την πλημμυρίζει. Ο χρωματικός παλμός, η δυναμική φαντασία στην σύνθεση που αποπνέει μυστήριο, μέσα από την αντιφατική πραγματικότητα που βιώνει η ζωγράφος, έρχονται στην επιφάνεια.
Η καλλιτέχνης επεξεργάζεται τον καταιγισμό των ερεθισμάτων και εικόνων που δέχεται, ενώ καταλήγει να πραγματεύεται διαμέσου των πινάκων της, θέματα που την απασχολούσαν έντονα την δεδομένη χρονική περίοδο, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις των γυναικών στην οικογένεια, η διαδοχή, η αγωνία για τα στερεότυπα και την νοοτροπία που ενδεχομένως διαμορφώνεται από γενιά σε γενιά, το δίπολο ζωής-θανάτου. Τα πρώτα έργα της σειράς εκπέμπουν έντονο θυμό, στην πορεία όμως συμφιλιώνεται με το συναίσθημα αυτό, καθώς ο θρήνος της είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τον θάνατο της αγαπημένης της γιαγιάς, τότε που επί τέσσερα χρόνια ήταν βυθισμένη στην σιωπή.
Το παρελθόν στους πίνακες εκφράζεται με φωτογραφίες του παρελθόντος (δικές της, της μητέρας της, της γιαγιάς της) το παρόν ζωγραφικά και το μέλλον με τα μεταφυσικά ζωγραφικά στοιχεία που τοποθετεί. Οι μεταξοτυπίες και τα τυπώματα γίνονται αποκλειστικά από την ίδια. Τα διάσπαρτα κίτς στοιχεία είναι μέρος της ειρωνικής διάθεσης. Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά ανακαλύπτουμε χάπια επάνω στα στέμματα και ένα παιχνίδι ρόλων μέσα από τις φωτογραφίες.
Είναι διάχυτη η έμμεση ειρωνεία της, καθώς και οι αντιφάσεις, όπως και ο υπόκωφος φόβος για το θάνατο. Η δημιουργός λυτρώνεται και καθαγιάζεται με αυτή την δουλειά, ξορκίζοντας έτσι ένα μεγάλο κομμάτι πόνου.

Το 2008 Αποταύτιση
Για την δημιουργία αυτής της εγκατάστασης η Μαριάννα Κατσουλίδη εργάστηκε δύο χρόνια μέχρι να την ολοκληρώσει και ασχολήθηκε στο πλαίσιο της μεταπτυχιακής της εργασίας. Πρόκειται για μία εγκατάσταση κατασκευών φτιαγμένων από τα ίδια υλικά (χαρτί περυτιλίγματος με φούσκες (bubble wrap), ταινία κολλητική, λάστιχο ποτίσματος, σιλικόνη, παιχνίδια, γυψόγαζα, τούλι...). Όλα ήταν πλαστικά και άσπρα. Χρησιμοποιεί και σε αυτή την δουλειά της σύμβολα εύκολα αναγνωρίσιμα, κάποια μυθικά, που έχουν φτιαχτεί σχεδόν ρεαλιστικά ως προς την έννοια που εκπροσωπούν (ένας ελέφαντας, ένας μονόκερος, ένας πρίγκιπας, μια πριγκίπισσα, ένας πολυέλαιος, μια άμαξα- γόνδολα, ένα σιντριβάνι...).
Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την σημειολογική ερμηνεία τριών από τα σύμβολα που παρουσιάζει η καλλιτέχνης. Ο ελέφαντας στον μεσαίωνα συμβόλιζε την σοφία, την μετριοφροσύνη την αιωνιότητα και το έλεος. Επίσης είναι ένα ζώο με ισχυρή μνήμη γεγονός που εξυπηρετεί τον σκοπό της εγκατάστασης και οι μνήμες είναι το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται. Μάλιστα ο ελέφαντας είναι ένα από τα λίγα ζώα που αιχμαλωτίζεται με τον έρωτα. Συγκεκριμένα εδώ χρησιμοποιείται ως δούρειος ίππος εφόσον από κάτω του βρίσκεται ένα καρότσι με ένα κλειδί, συνεπώς λειτουργεί ως προστάτης κάποιας πύλης σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει η Μ. Κατσουλίδη.
Ο μονόκερος, πλάσμα μυθικό λέγεται πως ποτέ δεν κατάφερε κάποιος να τον αιχμαλωτίσει ζωντανό παρά μόνο πεθαμένο. Σύμβολο της μοναξιάς, της αγνότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, προκαλούσε πάντα δέος. Κρύβει και αυτός ένα κλειδί. Έτσι τα δύο αυτά ζώα περιμένουν εκείνον με την αγνή πρόθεση που θα κερδίσει και τα δύο κλειδιά. Δηλαδή, εκείνο του ελέφαντα: κλειδί της γέννησης και της δημιουργίας και εκείνο στο στόμα του μονόκερου: της καλοσύνης.
Το σιντριβάνι ταυτίζεται με την ίδια την πηγή ζωής και αντιπροσωπεύει το κέντρο του ανθρώπου που είναι η ψυχή. Η πηγή της ζωής τοποθετείται στο κέντρο της εγκατάστασης και με αυτόν τον τρόπο ενυπάρχουν τα τέσσερα στοιχεία: γη, φωτιά, νερό, αέρας που ολοκληρώνουν ένα κόσμο μη πραγματικό αλλά φαντασιακό.
Στην εγκατάσταση δεν υπήρχε ήχος, παρά μόνο σιωπή ενδεδυμένη με λευκό χρώμα. Υπάρχουν βέβαια και κάποια υπολείμματα χρωμάτων, που ενδεχομένως να συνεπικουρούν στην απόδοση πιο ζεστών ή πιο ψυχρών τόνων του λευκού. Πρόκειται για ένα πείραμα μνήμης και λήθης εν τέλει και μια προσπάθεια διαφύλαξης αξιών από την πλευρά της καλλιτέχνιδος. Στο σημείο αυτό εγείρεται ένα σημαντικό ερώτημα, εκείνο του εφήμερου στην τέχνη... Κανένα από τα έργα αυτά δεν διασώθηκε έως σήμερα.
Ένας παγωμένος κόσμος έκανε την εμφάνισή του θυμίζοντας παραμύθι χωρίς να είναι. Το λευκό ωστόσο εδώ λειτουργεί όπως ένα λευκό πανί κινηματογράφου, που γίνονται επάνω του διαφορετικές προβολές. Έτσι ο κάθε θεατής των κατασκευών κάνει τις δικές του προβολές, ανάλογα με τα βιώματα και τον ψυχισμό του. Μπορεί συνεπώς να δει κάτι αισιόδοξο ή κάτι ρομαντικό αλλά ίσως και κάτι απωθητικό.

Το 2011 η Μαριάννα Κατσουλίδη παρουσιάζει την δουλειά της με τον τίτλο «Human toys" (Ανθρώπινα παιχνίδια).
Στην έκθεση Τα ανθρώπινα παιχνίδια η καλλιτέχνης πραγματεύεται ένα πολύ αγαπημένο και οικείο θέμα σε όλους τους πολιτισμούς και τις κουλτούρες. Τα παιχνίδια, αντικείμενα αγαπημένα των παιδιών, μέρος της διδασκαλίας της ζωής, αξιοποιούν την δημιουργική τους φαντασία. Στους πίνακές της ωστόσο παίρνουν μορφή και ανθρώπινες διαστάσεις. Από μικρή αγαπούσε, παρατηρούσε και συγκέντρωνε παιχνίδια. Κάποια από αυτά αποτέλεσαν τα μοντέλα της για αυτή την δουλειά. Τα παιχνίδια ξεφεύγουν από τις αρχικές τους διαστάσεις και ενδύονται ρόλους, διατηρώντας σοβαρές εκφράσεις.
Με τον τρόπο αυτό η ζωγράφος εξετάζει διάφορες συστοιχίες: την μητέρα με τα δέκα παιδιά, το παιδί με το κατοικίδιό του, το ζευγάρι... Οι γνώριμες εικόνες οδηγούν τον θεατή είτε να ταυτιστεί μαζί τους, είτε να αναζητήσει την δική του ταυτότητα και την μοναδικότητά του. Μια φαντασιακή αφήγηση εκτυλίσσεται. Η ζωγράφος χρησιμοποιεί μεταφορικά συνήθως στερεοτυπικούς ή αλληγορικούς χαρακτήρες. Προσωποποιεί και εξατομικεύει διαφορετικά στοιχεία πέρα από τη λογική του χώρου και του χρόνου. Έτσι όπως ακριβώς συμβαίνει και στα παραμύθια.
Η δύναμη της φαντασίας της ζωγράφου, συνδυάζεται με την κατανόηση και την χρήση του χρώματος -μεικτή τεχνική σε καμβά- και την εκφραστικότητα των μορφών και των σχημάτων. Προσθέτει επίσης στοιχεία με συναισθηματική φόρτιση (πούπουλα, lego...). Η καλλιτέχνης μας «κλείνει το μάτι» ακολουθώντας μια πιο αισιόδοξη προσέγγιση της ζωής και θέτει το ερώτημα αν τελικά οι ανθρώπινες υπάρξεις «δεν είναι παρά παιχνίδια στα χέρια ενός μεγαλύτερου παιδιού»...

2013 Αθωότητα-Επανεκκίνηση
Η τελευταία δουλειά της Μαριάννας Κατσουλίδη με ασπρόμαυρα ρετρό θέματα αλλά πολύ σύγχρονα δουλεμένα, είναι προϊόν καταστάλαξης και ωριμότητας που αποκτήθηκε από την ζωγράφο. Πρόκειται για έργα εσωστρεφούς ζωγραφικής, χωρίς όμως δράμα και μελό.
Οι φιγούρες, κάποιες από αυτές σε εντυπωσιακά μεγάλο μέγεθος, είναι σαν freeze frame (παγωμένες στιγμές) μεγάλων σκίτσων. Είναι δουλεμένες με λαδομπογιές και ρολό σε λευκό καμβά. Η απουσία χρώματος δεν μας εμποδίζει να δούμε τις εμφανείς επιρροές της από τον Μάρκ Σαγκάλ, παραμένει κοντά στην αισθητήρια εμπειρία που βρίσκεται δίπλα σε εκείνη της ψυχής. Κινεί τις εικόνες της σε μια φανταστική σκηνή, όπως ένας σκηνοθέτης θα τοποθετούσε και θα κινούσε τους ηθοποιούς του.
Σε αυτούς τους πίνακές της, εξετάζει την σχέση ανθρώπων και ζώων και κατ' επέκταση των ανθρώπων και των εννοιών, μέσα από τον έντονο συμβολισμό που προσδίδεται στην συγκεκριμένη επιλογή των ζώων. Δημιουργεί έτσι έναν δικό της ονειρικό κόσμο. Ως μοντέλα χρησιμοποιεί μικρά πορσελάνινα μπιμπελό, για να αναπαραστήσει νοσταλγικές και με χιούμορ εικόνες στον καμβά, φτιαγμένες με γραμμές καθαρές και λιτές.
Το ασπρόμαυρό αυτών των έργων εν τέλει μπορεί να είναι το ίδιο φωτεινό με ένα πολύχρωμο πίνακα, οι συνθέσεις που προκύπτουν είναι γεμάτες δύναμη. Τα περιγράμματα μελετημένα και σταθερά. Το ασπρόμαυρο είναι δουλεμένο από την Κατσουλίδη κατά τέτοιον τρόπο, όπως ακριβώς θα ήταν και το χρώμα. Οι μορφές που προκύπτουν από την χρήση των ασπρόμαυρων πινελιών, δημιουργούν εικόνες όμορφες αλλά υπαρξιακής έντασης, γιατί κινούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο όνειρο και στην ύλη.
Πρόκειται για μία έκθεση εν δυνάμει αισιόδοξη, δεν είναι τυχαίος ο τίτλος που επιλέγει να δώσει η καλλιτέχνης. Επιστροφή στην αθωότητα, ώστε να συντελεστεί η επανεκκίνηση στην ζωή.
Μαριάννα Κατσουλίδη, μια καλλιτέχνης λοιπόν που αξίζει να προσέξουμε.

Μαράη Γεωργούση.