Η τελευταία δουλειά της Μαριάννας Κατσουλίδη φεύγει από το έντονο χρώμα και περνάει στα μη χρώματα, δηλαδή στο μαύρο και στο άσπρο, όπως και στο γκρι. Η τεχνική της πρωτότυπη: λαδομπογιές και ρολό. Μια έντονα χειρονομιακή ζωγραφική, χωρίς προσχέδιο, που προσδίδει στα έργα της ένα δυναμισμό. Ο λευκός καμβάς θέλει τα έργα να μοιάζουν με μεγάλα κάρβουνα ή μελάνια, όσο εκείνη παίζει με το φως και προκαλεί το θεατή να τελειώσει αυτός την ιστορία του κάθε έργου με τη δικιά του φαντασία. Όσο για τις μεγάλες διαστάσεις, έρχονται να δώσουν στα θέματά της μνημειακό χαρακτήρα.

Το έργο της χαρακτηρίζεται γενικά από μια κυριαρχία του ονειρικού-φανταστικού στοιχείου, από την παρουσία κάποιες φορές αβέβαιης ταυτότητας αντικειμένων και από την ποιότητα των θεμάτων της, που συχνά παραπέμπουν στη ζωή στη φύση. Mε θέμα της τον άνθρωπο και τη σχέση του με τα ζώα, κάποια έργα της μας θυμίζουν έντονα τον Μαρκ Σαγκάλ.

Κατά την αρχαιότητα, οι καλλιτέχνες έδειχναν προτίμηση στο να εικονίζουν με μορφή ζώων αρετές, ήρωες και θεούς των οποίων, σε μερικές περιπτώσεις, θεωρούνταν η ενσάρκωση. Στο ελληνορωμαϊκό πάνθεο οι θεοί συμβολίζονταν επίσης με διάφορα ζώα: ο Δίας με τον αετό, η Ήρα με το παγώνι... Οι πρώτοι χριστιανοί συμβόλιζαν το Χριστό με ένα αρνί (αμνό), περιστέρι, ελάφι, παγώνι ή ψάρι. Το αρνί συμβολίζει το Χριστό στα ψηφιδωτά του μαυσωλείου της Γάλας Πλακιδίας στη Ραβέννα και, πολύ αργότερα, στην Προσκύνηση του Αμνού του Βαν Άικ. Στο ζωομορφικό συμβολισμό των Σχολαστικών του μεσαίωνα, τα διάφορα τέρατα, ο μονόκερος ή ο κένταυρος, συνδυάζονται συχνά με υπαρκτά ζώα που μπορεί να αντιπροσωπεύουν μια ορισμένη φάση της ζωής του Χριστού, ενώ ο τράγος απεικονίζει το σατανά.

Η Μαριάννα Κατσουλίδη φτιάχνει τη δική της εικονογραφία και τον δικό της ζωομορφικό συμβολισμό: ο σκύλος συμβολίζει την πίστη, το περιστέρι την ελευθερία, το κατσίκι τη γονιμότητα και τη δύναμη αλλά και την τραγικότητα, το άλογο την υπομονή, την αφοσίωση και την υπηρεσία. Σε κάθε άνθρωπο δε, αποδίδεται και μία ιδιότητα ανάλογα με το ζώο που στέκεται πλάι του.

«Θέλω να φτιάξω τη δική μου αλήθεια», μας λέει η ίδια. Και φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο, ονειρικά πλασμένο, με τη θεία δίκη, την ανιδιοτέλεια και τη στοργή των ζώων. Τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ζωγραφίζει δεν είναι πάντα ξεκάθαρα και κάποιες φορές ο άνθρωπος μοιάζει με παιχνίδι. Το παιχνίδι, όπως και το παραμύθι, αποβλέπουν στην ψυχαγωγία καθώς και στην άσκηση του μυαλού, περνώντας μηνύματα. Με έντονα λοιπόν τα στοιχεία του παιχνιδιού και του παραμυθιού και με ρομαντική διάθεση, η Μαριάννα Κατσουλίδη μεταφέρει στον καμβά, με μοντέρνο τρόπο, μια «παλιά» ψυχή. Σαν ξεθωριασμένη φωτογραφία. Ή ακόμη σαν πορσελάνη, με τις καθαρές γραμμές της αλλά και το έντονα εύθραυστο στοιχείο της.

Η ίδια λέει για τη δουλειά της: “Χρησιμοποιώ εικόνες από πορσελάνες - μπιμπελό των οποίων οι διαστάσεις είναι πολύ μικρές. Τους κάνω υπερμεγένθυση, με αποτέλεσμα να χάνουν την αρχική τους σκοπιμότητα. Δεν δουλεύω νατουραλιστικά: βγάζω το χρώμα, απλοποιώ το σχέδιο και το αλλάζω εντελώς τις περισσότερες φορές. Χρησιμοποιώ τις πορσελάνες μόνο σαν ερέθισμα. Πρόκειται για κάποια μακρινή ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας. Βλέποντας παρόμοια αγαλματίδια στο σπίτι της γιαγιάς μου, μαγευόμουν και έπλαθα διαφορετικές ιστορίες, ανάλογα με τη διάθεση μου. Θυμάμαι ότι πάντα νόμιζα πως αυτά θα ζωντάνευαν όταν δεν τα κοίταζε κανείς και θα ζούσαν διάφορες μαγικές ή απλές ιστορίες… Οι φιγούρες είναι καθαρές και απλές, άλλοτε με σχεδόν χορευτική κίνηση και άλλοτε άκαμπτες και παγωμένες στο πέρασμα του χρόνου. Σκοπός μου δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς να αναπαραστήσω αυτές τις φιγούρες, αλλά να τις αντικρύσω ξανά με χιούμορ και νοσταλγία και να παίξω το ρόλο του σκηνοθέτη, φτιάχνοντας δικές μου συνθέσεις στον καμβά".

Σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, στη ζωγραφική της, άνθρωπος και φύση συνυπάρχουν αρμονικά. Εξάλλου το παραμύθι είναι μια διήγηση πλασμένη με ποιητική φαντασίααπό τον κόσμο του μαγικού και του υπερφυσικού, χωρίς λογική εξάρτηση από τους όρους της πραγματικής ζωής. Έτσι, τα ζώα της απεικονίζουν τη χαρά της ζωής, την αγνότητα και την αθωότητα και οι άνθρωποι που ζωγραφίζει αντιπροσωπεύουν τις βασικές ηθικές αρχές. Ο ιδιότυπος ρεαλισμός της, μας θυμίζει τον ρομαντισμό του 18ου και 19ου αιώνα: τη στροφή προς τη φύση, την έμφαση στην υποκειμενική ευαισθησία, το συναίσθημα και τη φαντασία σε αντιδιαστολή προς το λόγο, το ενδιαφέρον για το παρελθόν.

Όσο για τον τίτλο που δίνει στην έκθεση, δεν είναι καθόλου τυχαίος. Πολλές φορές χρειάζεται να επιστρέψουμε στην αθωότητα για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Και αυτήν την αθωότητα περιγράφει με τους πίνακές της, σπρώχνοντας το θεατή προς τα μπροστά δείχνοντάς του το τι υπήρχε πίσω. Πρόκειται για μια τρυφερή, γυναικεία ματιά στα πράγματα, που τόσο έχουμε ανάγκη στην εποχή που διανύουμε και για μια αντιπρόταση στην ήδη υπάρχουσα τέχνη. Αντιπρόταση, γιατί δεν αναπαριστά τον κόσμο έτσι όπως είναι, αλλά προτείνει λύσεις για μια καλύτερη ζωή με επίκεντρό της τον άνθρωπο και την επαναφορά αρχών και αξιών – σε μαύρο-άσπρο, αφού τείνουν να εκλείψουν.

Ήρα Παπαποστόλου

Ιστορικός και Κριτικός Τέχνης