Θα μιλήσω για τη δουλειά της Μαριάννας Κατσουλίδη με απλές λέξεις που ίσως όμως αγγίξουν αυτό που επιδιώκει να κάνει σε μια μικρή του ακρούλα. Τα έργα της, απεικονίσεις μιας ώριμης καλλιτέχνη που είναι πράγματι κυρία της δεξιοτεχνίας του πινέλου και της παλέτας, εκεί που ακροπατούν ανάμεσα στις έξοχες επιρροές της, παίρνουν αναπάντεχες στροφές και οδηγούν το θεατή – δηλαδή εμάς – σε περιοχές απάτητες του νου, ή ελαφρώς οικείες, σαν αχνές αναμνήσεις από παιδικά απογεύματα παιχνιδιού – αλλά όχι ακριβώς.

Καθώς τα παλλόμενα χρώματά της ορμούν στη δίοδο του οπτικού μας νεύρου για να κορυφωθούν σε μια έκρηξη ευδαιμονίας μέσα στο μυαλό μας, η νόηση μας σκοντάφτει σε μια μικρή λεπτομέρεια που φαίνεται να μην μας αφήνει να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στη δίνη της ευφορίας του χρώματος. Το αναπάντεχο των μορφών της μας τραβάει ελαφρά, αλλά επίμονα, από το μανίκι και μας προκαλεί να αναψηλαφήσουμε το γνώριμο. Γιατί τις μορφές αυτές κάπου τις έχουμε ξαναδεί, κάποτε έχουν γλιστρήσει αθόρυβα στον ορίζοντα της φαντασίας μας... Ίσως στα όνειρα μας, μπορεί όταν εμείς πλάθαμε εικόνες ακούγοντας ιστορίες «για μικρά παιδιά». Μπορεί όταν το αφεντικό μας ζήτησε μία ακόμη απλήρωτη υπερωρία.

Όση κι αν είναι η δύναμη της πρώτης εντύπωσης μπροστά σ’ένα έργο της Μαριάννας, το σάστισμα δεν αρκεί για να μπορέσουμε να σταματήσουμε εκεί. Η δουλειά της δεν έχει την επίδραση ενός κατευναστικού ή διεγερτικού για κουρασμένους εγκέφαλους, ούτε την ευκολία και τη σιγουριά μιας ευχάριστης ανάμνησης. Αντιθέτως, απεικονίζει με ακρίβεια το μεγαλείο και την εξαίσια μορφή που κάθε διεργασία μπορεί να πάρει όταν δρομολογείται μακριά από τη μέθοδο της «ελάχιστης δυνατής προσπάθειας». Μοιάζει στη γιαπωνέζικη Οριγκάμι, την τέχνη διπλώματος του χαρτιού. Έτσι και τα αρχετυπικά μοτίβα της Μαριάννας, όπως μια απλή κόλλα χαρτί, διπλώνονται και αναδιπλώνονται για να δημιουργήσουν μοναδικές και αναπάντεχες συνθέσεις.

Η Μαριάννα έχει καταφέρει μέσα από τη δουλειά της να μας δείξει πως η πραγματικότητα μπορεί να αναληφθεί στον κόσμο του παραμυθιού, των απαστραπτόντων χρωμάτων, του υψηλού και του ωραίου, χωρίς να της αλλάξουμε ούτε μια κουκίδα. Πάρτε μια βαθιά εισπνοή, ανοίξτε τα μάτια σας και βουτήξτε χωρίς δεύτερη σκέψη στον κόσμο των έργων της – δηλαδή τον κόσμο μας – όπου οι πρίγκιπες πέφτουν – και τουλάχιστον προσπαθούν να ξανασηκωθούν – οι άγγελοι έχουν το πρόσωπο του καλύτερού μας φίλου, και οι φόβοι μας δεν είναι παρά μαριονέτες του μυαλού μας, μικρά, πολύχρωμα πράγματα που τα κινούμε εμείς, σαν ρώσικα παιχνίδια.

Κι αν πολλά αφήνονται ανείπωτα, είναι γιατί πράγματι, είναι αδύνατο με τις λέξεις να ειπωθούν με τόση σαφήνεια και με τέτοια πλούσια συγχρονικότητα όσα ξεχειλίζουν στο ανοιγόκλεισμα ενός βλεφάρου από ένα έργο της Μαριάννας Κατσουλίδη.

Ελίνα Τσαβδάρη

Ιστορικός Τέχνης