Πρόκειται για αντικείμενα – σύμβολα τα οποία είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμα και τα περισσότερα μυθικά. Πρόκειται για μια περίεργη δημιουργία όπου όλα τα αντικείμενα έχουν φτιαχτεί σχεδόν ρεαλιστικά χωρίς να μας αφορά μόνο η όψη τους αλλά κυρίως η «ιδέα» τους, εκείνο το οποίο εκπροσωπούν και το οποίο διαφυλάττουν. Εκείνο που με απασχολεί είναι το πώς θα διαφυλαχτούν οι έννοιες που κλείνουν μέσα στη μορφή τους σε βάθος χρόνου και πώς θα προστατευτούν από τη λήθη: είναι ένα πείραμα μνήμης και διαφύλαξης αξιών. Τα πάντα αποτελούνται από τα ίδια υλικά και δίνουν την ίδια αίσθηση, είναι σαν τα πάντα να έχουν αποκοπεί από μία ενιαία μάζα και να μπορούν, αν λιώσουν, να ξαναενωθούν και να γίνουν ένα.

Η «ιδέα» τους, είναι τόσο καλά κλεισμένη μέσα τους, που στην ουσία είναι αδιαπέραστη, αλεξίσφαιρη και ότι και αν συμβεί έστω ένα πολύ μικρό κομματάκι τους θα παραμείνει ακέραιο να υπενθυμίζει τι ήταν. Ένα κομματάκι το οποίο δεν θα τα αφήσει να εφησυχάσουν στο «είναι» τους. Θα τους θυμίζει πάντα τι είναι και τι έργο έχουν να κάνουν.

Αυτό είναι ένα από τα κύρια θέματα τα οποία πραγματεύομαι σε αυτή την εγκατάσταση: αυτό που ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον, είναι ένα πολύ μικρό κομματάκι πολύ καλά κρυμμένο μέσα του, το οποίο καλείται να ανακαλύψει κατά τη διάρκεια της ζωής του, να το αναγνωρίσει ως δικό του και να το διαφυλάξει με οποιοδήποτε τρόπο.

Έτσι ακριβώς θα ήθελα να λειτουργήσουν και αυτά στο χώρο ασκώντας τη δική τους εξουσία, έλξη αλλά και περιέργεια στο θεατή, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα γεγονότα στην πραγματικότητα.

Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για έναν πραγματικό τόπο αλλά για έναν κατά συνθήκη τόπο στον οποίο όλα είναι πλαστικά, άσπρα και δεν ξέρουμε κατά πόσο θα αντέξουν στο χρόνο. Εκείνο που είναι σίγουρο και ηθελημένο είναι πως το εσωτερικό τους θα διατηρηθεί γιατί είναι σχεδόν μουμιοποιημένο και αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο επιδιώκω γιατί πιστεύω πως ο πυρήνας των καταστάσεων και των ανθρώπων δεν αλλάζει, απλά καλύπτεται με συγκεκριμένους άλλοτε φανερούς και άλλοτε κρυφούς ή παραπλανητικούς τρόπους, και θα ήταν εύστοχη η παρατήρηση ότι εκεί όπου δεν αντιλαμβάνεται κανείς «περιεχόμενο», εκεί ακριβώς θα μπορούσε να υπάρχει περιεχόμενο, αλλά απλώς όχι για εκείνον. Στόχος μου είναι το να παραμείνει αυτό το περιεχόμενο άθικτο ή η ιδέα που έχουμε εμείς για αυτό και η ουσία του η οποία είναι πολύ καλά προστατευμένη, όντας τυλιγμένη με ένα υλικό προστατευτικό από τη φύση του, με το οποίο τυλίγουμε πάντα ό,τι πιο εύθραυστο θέλουμε να μεταφέρουμε και να διαφυλάξουμε.

Στην εγκατάσταση δεν υπάρχει ήχος, υπάρχει σιωπή. Υπάρχει μια σιωπή στο λευκό χρώμα. Το άσπρο είναι σύμβολο ενός κόσμου, όπου έχουν εξαφανιστεί όλα τα χρώματα σαν υλικές ιδιότητες και ουσίες, ενός κόσμου που είναι τόσο μακριά από τον δικό μας, ώστε δεν μπορούμε να ακούσουμε κανέναν ήχο από εκεί. Επίσης το άσπρο λειτουργεί όπως το λευκό πανί του κινηματογράφου όπου ο κάθε θεατής μπορεί να προβάλλει το δικό του «έργο». Μπορεί να το δει ρομαντικό είτε τρομακτικό, είτε ένα ροζ παραμύθι, είτε πολύχρωμο και χαρούμενο. Σκοπός μου είναι να μην πάρω καμία θέση και να μην «χρωματίσω» την εγκατάσταση αλλά να την αφήσω να επενεργήσει στον κάθε θεατή διαφορετικά, θεωρώντας ότι το άσπρο χρώμα προσεγγίζει καλύτερα αυτήτην πρόθεση.                                      

Μαριάννα Κατσουλίδη

Αθήνα Ιούνιος 2008